Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Αμφιβολίας Εγκώμιον;


Η  αμφιβολία, η ικανότητα δηλαδή του πνεύματος να αναστοχάζεται, να αναθεωρεί και να επανεξετάζει, μπορούμε να πούμε ότι είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης εξέλιξης. Ως αντίδοτο κατά της ευπιστίας, προστατεύει από την πλάνη της αβασάνιστης σκέψης και όσα αυτή συνεπάγεται. Αποτελεί προϋπόθεση για την υπέρβαση της δεισιδαιμονίας και της προκατάληψης. Και φυσικά είναι η βάση της επιστημονικής προόδου: τίποτε δεν ισχύει αν δεν επαληθευθεί.
Σε προσωπικό επίπεδο η αμφιβολία εκφράζεται ως επιφυλακτικότητα απέναντι σε άτομα, ιδέες και καταστάσεις. Καθημερινά καλούμαστε να εμπιστευθούμε προϊόντα, πολιτικούς, τράπεζες, γιατρούς, ιερείς, φίλους, συζύγους…Πώς θα βρούμε την αλήθεια ανάμεσα σε τόσες ετερόκλητες προκλήσεις; Μα φυσικά χρησιμοποιώντας τον ορθό λόγο, πυρήνας του οποίου είναι η αμφιβολία. Για τον ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο δεν υπάρχουν θέσφατα. Τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση και εξετάζονται με τον μεγεθυντικό φακό της λογικής.
Εδώ εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Μέχρι ποιου σημείου οφείλει κανείς να αμφιβάλλει; Μήπως η διαρκής εγρήγορση του ανθρώπου απέναντι στα πράγματα τον κάνει υπερβολικά ατομιστή, υπερβολικά εξαρτώμενο από τα δεδομένα του περιορισμένου προσωπικού του σύμπαντος, της δικής του προσωπικής λογικής; Μήπως τελικά η συνεχής αναζήτηση οδηγεί σε μια συναισθηματική απομόνωση όπου κανείς δεν εμπιστεύεται τίποτα και κανέναν; Μήπως η αμφιβολία από εργαλείο ευθυκρισίας γίνεται όργανο ψυχικού βασανισμού; Ας μη ξεχνάμε ότι πολλοί άνθρωποι νοσταλγούν την παιδική ματιά που κάποτε είχαν, τότε που το καλό και το κακό ήταν εύκολα διακριτά, απλά και μόνο γιατί ‘έτσι είπε η μαμά’, τότε που ένιωθες ένα με τους άλλους καθώς χαρούμενα ευθυγραμμιζόσουν με μια τρυφερή γονεϊκή αυθεντία. Ο ίδιος ο Ίρβιν Γιάλομ, ο διάσημος ψυχοθεραπευτής μας λέει στην αυτοβιογραφία του: «Μπορώ να υποθέσω ότι κάπου βαθιά κρυμμένο μέσα μου υπάρχει ένα κομμάτι που λαχταράει να μαγευτεί, λαχταράει να ανακουφιστεί από την οδύνη της χωριστής ύπαρξης μέσα από την τελετουργία και την αυθεντία. Νομίζω ότι είναι λίγοι οι άνθρωποι που δεν νιώθουν τέτοια λαχτάρα. Είδα τον αυτοκράτορα γυμνό, άκουσα τα μυστικά πάρα πολλών ανθρώπων που βρίσκονται σε πολύ υψηλές θέσεις και ξέρω ότι κανείς δεν είναι άτρωτος μπροστά στην απόγνωση και στη λαχτάρα για ένα θεϊκό χάδι.»
Στο βάθος λοιπόν της ύπαρξής μας όλοι ποθούμε να αφεθούμε σε μια θεϊκή παρουσία που θα μας παρηγορήσει τοποθετώντας μας στην αγκαλιά μιας παγκόσμιας και πάνσοφης κοσμικής ολότητας. Και στον πυρήνα της κάθε αμφιβολίας μας βρίσκεται πάντα μία και θεμελιώδης βασική αμφιβολία: Το κατά πόσον είμαστε ικανοί ως άνθρωποι να καταλήγουμε σε ασφαλείς και αλάνθαστες κρίσεις.
Ποιο θα είναι το κριτήριό μας λοιπόν όταν ανά πάσα στιγμή καλούμαστε να αποφασίζουμε για το ορθό, το δίκαιο και το αληθές; Χρειάζεται αρκετή σεμνότητα για να παραδεχθούμε ότι πάντα βαδίζουμε σε ένα ομιχλώδες τοπίο. Κι έτσι να βαδίζουμε με βήματα προσεκτικά, συχνά αμφιβάλλοντας για την ίδια μας την αμφιβολία.



Τρίτη 21 Μαΐου 2019

ΔΟΚΙΜΙΟ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΚΩΦΩΝ


Διάλογος κωφών
Η έκφραση 'διάλογος κωφών' χρησιμοποιείται για να δηλώσει την αποτυχία πραγματικού διαλόγου, την άνευ συνεννοήσεως συζήτηση.
Ιδού και ένα παράδειγμα από τον τύπο: "Διάλογος κωφών για την Παιδεία. Αποφασίζουν απεργιακά μέτρα οι εκπαιδευτικοί."
Η έκφραση παραπέμπει σε μια υποθετική κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι άνθρωποι με μειωμένη ακοή προσπαθούν να συνεννοηθούν προφορικά παρανοώντας ο ένας τα λόγια του άλλου. Ή υποδηλώνει την ανταλλαγή ακατάλειπτων φράσεων στην περίπτωση που οι συνδιαλεγόμενοι στερούνται πλήρως την αίσθηση της ακοής.
Και στις δύο περιπτώσεις υποβόσκει μία υποψία χλεύης απέναντι στην κατάσταση της κωφότητας. Ενδέχεται η έκφραση να είναι κατάλοιπο παλαιοτέρων αντιλήψεων σύμφωνα με τις οποίες η αναπηρία αποτελεί αιτία κοινωνικού στιγματισμού. Οι γηραιότεροι εξ ημών ίσως θυμούνται περιπτώσεις ανθρώπων, που πριν μερικές δεκαετίες ζούσαν στις παρυφές της κοινωνίας φέροντας την ταυτότητα του 'κωφάλαλου', που λίγο απήχε από αυτήν του πνευματικώς καθυστερημένου. Η έκφραση λοιπόν 'διάλογος κωφών', επιχειρώντας να περιγράψει την ασυνενοησία, παρουσιάζει τους κωφούς λίγο πολύ ως κωμικά ανδρείκελα που φωνασκούν μη έχοντας επίγνωση των ελλειματικών επικοινωνιακών τους ικανοτήτων.
Στην πραγματικότητα ωστόσο τα προβλήματα ακοής όχι μόνο δεν καθιστούν τους πάσχοντες αστόχαστους συνομιλητές αλλά αποτελούν γι’ αυτούς πηγή μεγάλης ψυχικής έντασης και οι προσπάθειές τους να συνεννοηθούν είναι φορτισμένες με άγχος. Η ηπιότερη κατάσταση κώφωσης είναι αυτή που αφορά τη βαθμιαία μείωση της ακοής. Μολονότι η διάγνωση φέρνει δυσφορία στον ίδιο τον πάσχοντα και τους γύρω του, υπάρχει η ευχέρεια σταδιακής προσαρμογής. Παρά ταύτα ο άνθρωπος που αρχίζει να μην ακούει καλά, νιώθει σαν να αποκοινωνικοποιείται βαθμιαία, σαν να μπαίνει όλο και πιο βαθιά σε μια φυλακή αποξένωσης και μοναξιάς. Στην ίδια φυλακή αλλά με πολύ πιο βίαιο τρόπο, μπαίνει και ο άνθρωπος που χάνει ξαφνικά την ακοή του, είτε από ατύχημα είτε από ασθένεια. Το αιφνίδιο και το ανεπανόρθωτο του πράγματος τον βυθίζουν σε απόλυτη απελπισία ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να αφουγκρασθεί τον παρήγορο λόγο των οικείων του. Η τρίτη και ίσως πιο περίπλοκη κατάσταση είναι η εκ γενετής κώφωση. Εδώ το αρχικό σοκ αφορά τους γονείς και την οικογένεια όταν διαπιστώνουν ότι το παιδί τους είναι κωφό. Η εξέλιξη του κωφού παιδιού, ο μετασχηματισμός του σε κοινωνικοποιημένο ανθρώπινο ον εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο θα φροντίσει το περιβάλλον του να του προσφέρει πρόσβαση σε μια νοηματική γλωσσική εκπαίδευση. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ωριμάζει και ολοκληρώνεται μέσω της γλώσσας. Η απουσία ακοής αυτό το καθιστά αδύνατον. Σ' αυτή την περίπτωση χρειάζεται ένα υποκατάστατο της γλώσσας, ένας νοηματικός λόγος που θα εισαγάγει τον εγκέφαλο στον πλούτο των νοημάτων της ανθρώπινης εμπειρίας και θα τον εξανθρωπίσει. Εδώ και αρκετές δεκαετίες έχουν επινοηθεί πολλές νοηματικές γλώσσες, οι οποίες έβγαλαν τους εκ γενετής κωφούς ανθρώπους από τη φυλακή της απομόνωσής τους και τους έδωσαν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν ως ισότιμα μέλη στις κοινωνίες τους.
Αν παρακολουθήσει κανείς έναν διάλογο στην νοηματική θα εκπλαγεί από τη ζωντάνια και το σφρίγος των εμπλεκομένων. Έχοντας επίγνωση του πόσο πολύτιμη είναι η δυνατότητα του συνδιαλέγεσθαι, οι συμμετέχοντες μιλούν με ενθουσιασμό, δοσμένοι ολόψυχα στην προσπάθεια να κατανοήσουν και να γίνουν κατανοητοί. Σ' αυτόν το διάλογο συμμετέχουν εκτός από τα χέρια και τα μάτια και η έκφραση του προσώπου και ολόκληρο το σώμα. Όσοι γνωρίζουν τις νοηματικές γλώσσες, υπογραμμίζουν τον πλούτο τους και την εκφραστική τους δύναμη. Ίσως θα έπρεπε εν τέλει όλοι να μαθαίναμε να μιλάμε στη νοηματική, η οποία από τη φύση της εμποδίζει τις φωνασκίες, την ταυτόχρονη ομιλία, τις προσβλητικές διακοπές…Θα μπορούσαμε τότε να κάνουμε πραγματικούς διαλόγους μεταξύ μας και όχι διαλόγους κωφών σαν τους σημερινούς...